εὐθηνίας

εὐθηνίᾱς , εὐθηνία
prosperity
fem acc pl
εὐθηνίᾱς , εὐθηνία
prosperity
fem gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευθηνία — και ευτηνιά, η (ΑΜ εὐθηνία) 1. η φτήνια, η πώληση σε χαμηλή τιμή 2. η ευτέλεια, η ποταπότητα αρχ. μσν. 1. αφθονία, επάρκεια αγαθών («ἰδοὺ ἔτη ἑπτὰ ἔρχεται εὐθηνία πολλή», ΠΔ) 2. ευημερία, ευμάρεια αρχ. 1. περίσσεια, επάρκεια («εὐθηνία φρονήσεως») …   Dictionary of Greek

  • ANNONA — apud Romanos Dea τῆς εὐθηνίας καὶ εὐετίας, fertilitatis et ubertatis anmtorum redituum. Unde vetus Inscr. DIVAE ANNONAE, apud Salmas. ad Solin. p. 250. Idem de Pomona factum; quae pomorum proventus, sicut Annona unius anni fetus, proprie fuit;… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.